Γιατί μιλάω πολύ;

Γιατί μιλάω πολύ;

Μιλάω πολύ: τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την ανάγκη να μιλάμε συνεχώς;

Πολλές φορές κάποιοι άνθρωποι μπορεί να μας κρίνουν για το πόσο πολύ μιλάμε, αλλά τι σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα;

Το «μιλάω πολύ» μπορεί να ακούγεται σαν μια απλή περιγραφή μιας συμπεριφοράς. Για τον άνθρωπο όμως που το βιώνει, μπορεί να κρύβει πολύ περισσότερα. Μπορεί να είναι ένας τρόπος να συνδεθεί με τους άλλους, να αισθανθεί ότι τον ακούν και ότι έχει χώρο μέσα στη σχέση. Μπορεί, όμως, να είναι και ένας τρόπος να προστατευτεί από κάτι που δυσκολεύεται να αντέξει.

Η ανάγκη να μιλάς συνεχώς μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο σύνδεσης με τους άλλους ή και άμυνα απέναντι στο άγχος της σιωπής και κατ’ επέκταση το άγχος θανάτου. Η σιωπή, για κάποιους ανθρώπους, μπορεί να είναι ένας χώρος ηρεμίας. Για άλλους, όμως, μπορεί να γίνεται ένας χώρος γεμάτος σκέψεις, φόβους και συναισθήματα που είναι δύσκολο να παραμείνουν ανεκτά.

Έτσι, το «μιλάω πολύ» μπορεί να λειτουργεί σαν ένας τρόπος να μην μείνω μόνος/η με όσα αισθάνομαι.

Όταν το «μιλάω πολύ» γίνεται τρόπος σύνδεσης

Υπάρχουν άνθρωποι που επικοινωνούν μέσα από την αφήγηση. Μιλούν για την ημέρα τους, για τις σκέψεις τους, για όσα τους συνέβησαν, για όσα φοβούνται και για όσα ονειρεύονται.

Για αυτούς τους ανθρώπους, το να μιλούν μπορεί να σημαίνει «σε αφήνω να μπεις στον κόσμο μου».

Μπορεί να είναι ένας τρόπος οικειότητας. Ένας τρόπος να πουν «είμαι εδώ», «σε εμπιστεύομαι», «θέλω να με γνωρίσεις».

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα στο πόσο μιλάμε. Περισσότερο έχει σημασία τι συμβαίνει μέσα μας όταν μιλάμε και τι συμβαίνει όταν χρειάζεται να σταματήσουμε.

Μπορώ να μείνω για λίγο στη σιωπή; Μπορώ να ακούσω τον άλλον; Μπορώ να αισθανθώ ότι υπάρχω μέσα στη σχέση ακόμη κι όταν δεν μιλάω;

Όταν η σιωπή προκαλεί άγχος

Για κάποιους ανθρώπους η σιωπή μπορεί να ενεργοποιεί έντονο άγχος. Όταν σταματά η εξωτερική φασαρία, μπορεί να εμφανίζονται σκέψεις και συναισθήματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή καλύπτονταν από την ομιλία.

Το «μιλάω πολύ» μπορεί τότε να λειτουργεί σαν ένας τρόπος ρύθμισης του άγχους.

Δεν σημαίνει ότι το άτομο το κάνει συνειδητά. Δεν σημαίνει ότι προσπαθεί να ελέγξει ή να κυριαρχήσει στη συζήτηση. Μπορεί απλώς να προσπαθεί, με τον τρόπο που έχει μάθει, να αισθανθεί ασφάλεια.

Και κάπου εδώ χρειάζεται να αφήσουμε στην άκρη την κριτική.

Όταν οι άλλοι μας κρίνουν επειδή μιλάμε πολύ

Οι άλλοι άνθρωποι, όμως, ενδέχεται να αντιλαμβάνονται αυτή τη συμπεριφορά ως προσπάθεια κυριαρχίας ή ως έλλειψη χώρου για να εκφραστούν και οι ίδιοι.

Και αυτό είναι επίσης σημαντικό να το ακούμε.

Οι σχέσεις χρειάζονται χώρο και για τις δύο πλευρές. Η επικοινωνία δεν είναι μόνο να μιλάω, αλλά και να μπορώ να ακούω.

Όταν όμως ακούμε συχνά «μιλάς πολύ», «δεν σταματάς να μιλάς» ή «δεν αφήνεις κανέναν να μιλήσει», μπορεί να ενεργοποιηθούν αισθήματα ντροπής ή απόρριψης, ιδιαίτερα αν στο οικογενειακό περιβάλλον επικρατούσε αυτό το σχόλιο.

Ίσως κάποτε μάθαμε ότι η φωνή μας είναι «υπερβολική». Ότι καταλαμβάνουμε πολύ χώρο. Ότι πρέπει να είμαστε πιο ήσυχοι/ες.

Και τότε η ανάγκη για σύνδεση μπορεί να συναντήσει τη ντροπή.

Τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από το «μιλάω πολύ»;

Πίσω όμως από τη συμπεριφορά σου ίσως υπάρχει ανάγκη για αναγνώριση ή ασφάλεια.

Μπορεί να υπάρχει η ανάγκη να σε ακούσουν. Να σε προσέξουν. Να αισθανθείς ότι έχεις σημασία. Μπορεί να υπάρχει φόβος ότι, αν σταματήσεις να μιλάς, ο άλλος θα απομακρυνθεί ή θα χάσει το ενδιαφέρον του.

Στη σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία δεν προσπαθούμε απλώς να «διορθώσουμε» μια συμπεριφορά. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η συμπεριφορά για τον συγκεκριμένο άνθρωπο και μέσα στις συγκεκριμένες σχέσεις του.

Τι συμβαίνει όταν μιλάς;
Τι φοβάσαι ότι θα συμβεί αν σωπάσεις;
Πώς αισθάνεσαι όταν ο άλλος δεν ανταποκρίνεται;
Πώς έχεις μάθει να διεκδικείς χώρο μέσα στις σχέσεις σου;

Αυτές οι ερωτήσεις μπορούν να ανοίξουν έναν πολύ σημαντικό δρόμο αυτογνωσίας.

Η ομαδική ψυχοθεραπεία και η εμπειρία του να ακούγομαι

Η ομαδική ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό χώρο για να εξερευνήσει κάποιος τη σχέση του με την ομιλία, τη σιωπή και την ανάγκη να ακούγεται.

Μέσα στην ομάδα υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικοί τρόποι επικοινωνίας. Κάποιος μπορεί να μιλά πολύ, κάποιος άλλος να δυσκολεύεται να μιλήσει καθόλου.

Η ομαδική ψυχοθεραπεία προσφέρει την ευκαιρία να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει όταν παίρνω χώρο, όταν δίνω χώρο, όταν με διακόπτουν ή όταν δεν με ακούν.

Και ίσως εκεί να ανακαλύψουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσουμε να μιλάμε.

Είναι να μπορούμε να επιλέγουμε.

Να μιλάμε όταν θέλουμε να συνδεθούμε. Να σωπαίνουμε όταν χρειαζόμαστε χώρο. Να ακούμε χωρίς να εξαφανίζουμε τη δική μας φωνή.

Το να μιλάς πολύ δεν σε κάνει «λάθος». Όπως και το να είσαι άνθρωπος που μιλά λίγο δεν σημαίνει ότι έχεις λιγότερα να πεις.

Στη σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία και στην ομαδική ψυχοθεραπεία, αυτό που έχει σημασία είναι να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι προσπαθεί να μας πει η συμπεριφορά μας.

Γιατί πίσω από το «μιλάω πολύ» μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να συνδεθεί, να νιώσει ασφάλεια, να ακουστεί και να βεβαιωθεί ότι έχει χώρο στη σχέση.

Και ίσως η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι «πώς θα μιλάω λιγότερο;».

Αλλά:

«Τι χρειάζομαι όταν νιώθω ότι πρέπει συνεχώς να μιλάω;»

Από εκεί μπορεί να ξεκινήσει μια πολύ ουσιαστική συζήτηση με τον εαυτό μας και με τους άλλους.

Anastasia Stokou, Ψυχολόγος – Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια, Ειδικευόμενη Ομαδική Ψυχοθεραπεύτρια ΙΣΟΨ, Sex Therapy Buehler Institute, Συνιδρύτρια του Sirens of Relations & επιστημονική συνεργάτης του ΕΚΙΣΥΠ

Share the Post: