Ο φόβος που νιώθει μια γυναίκα ή ένα θηλυκό άτομο όταν περπατά μόνο τη νύχτα
Έχεις περπατήσει ποτέ μόνη τη νύχτα και έχεις νιώσει ότι πρέπει να κοιτάξεις πίσω σου;
Ίσως έχεις βάλει τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλά σου. Ίσως έχεις επιταχύνει το βήμα σου. Ίσως έχεις πάρει τηλέφωνο ένα κοντινό σου άτομο και έχεις πει «μείνε στη γραμμή μέχρι να φτάσω».
Ίσως έχεις αλλάξει δρόμο επειδή είδες ένα άγνωστο άτομο να περπατά πίσω σου.
Και μπορεί να έχεις ακούσει κάποια στιγμή:
«Μην φοβάσαι τόσο.»
«Υπερβάλλεις.»
«Δεν θα σου συμβεί κάτι.»
Όμως ο φόβος που μπορεί να νιώθει μια γυναίκα ή ένα θηλυκό άτομο όταν περπατά μόνο τη νύχτα δεν είναι απλώς μια σκέψη που μπορεί να εξαφανιστεί επειδή κάποιος είπε «μη φοβάσαι».
Είναι ένα συναίσθημα που συνδέεται με το σώμα, τις προηγούμενες εμπειρίες, τις σχέσεις, το κοινωνικό περιβάλλον και όσα έχουμε μάθει για το τι μπορεί να συμβεί όταν βρισκόμαστε μόνοι στον δημόσιο χώρο.
Γιατί η νύχτα μπορεί να αλλάζει τόσο πολύ την εμπειρία μας;
Την ημέρα μπορεί να περπατάμε στον ίδιο δρόμο χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.
Το βράδυ, όμως, ο ίδιος δρόμος μπορεί να μοιάζει εντελώς διαφορετικός.
Λιγότερα άτομα στους δρόμους. Λιγότερος φωτισμός. Κλειστά καταστήματα. Περισσότερη σιωπή.
Και ξαφνικά ένας ήχος πίσω μας αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Ένα βήμα.
Ένα αυτοκίνητο που μειώνει ταχύτητα.
Μια σκιά.
Ένα άγνωστο άτομο που περπατά στην ίδια κατεύθυνση.
Το σώμα μπορεί να αντιδράσει πριν ακόμη προλάβουμε να σκεφτούμε συνειδητά τι συμβαίνει.
Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα.
Οι μύες σφίγγονται.
Το βήμα επιταχύνεται.
Κοιτάμε πίσω.
Ψάχνουμε την πιο φωτεινή διαδρομή.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «είμαστε παρανοϊκά». Σημαίνει ότι το σώμα μας προσπαθεί να μας προστατεύσει.
«Να προσέχεις»
Πολλά κορίτσια μεγαλώνουν ακούγοντας από μικρή ηλικία:
«Μην γυρνάς μόνη αργά.»
«Να έχεις κάποιον μαζί σου.»
«Πάρε ταξί.»
«Στείλε μου μήνυμα όταν φτάσεις.»
«Μην περπατάς από εκεί.»
Αυτές οι συμβουλές συχνά δίνονται από φροντίδα.
Και πράγματι, μπορεί να έχουν ως στόχο την προστασία.
Ταυτόχρονα, όμως, ένα παιδί μπορεί σταδιακά να μαθαίνει ότι ο κόσμος έξω από το σπίτι δεν είναι εξίσου ασφαλής για όλα τα άτομα.
Ότι η μετακίνηση χρειάζεται προσοχή.
Ότι πρέπει να υπολογίζει ποιο άτομο βρίσκεται πίσω του.
Ότι πρέπει να προσέχει τι φοράει.
Ότι πρέπει να ενημερώνει πού βρίσκεται.
Ότι η ευθύνη για την ασφάλειά του βρίσκεται διαρκώς πάνω του.
Και έτσι ο φόβος μπορεί να γίνει μέρος της καθημερινής εμπειρίας.
Ο φόβος δεν δημιουργείται μόνο μέσα μας
Από την οπτική της σχεσιακής ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, το άτομο δεν υπάρχει αποκομμένο από το κοινωνικό και σχεσιακό περιβάλλον του.
Οι εμπειρίες μας διαμορφώνονται μέσα στις σχέσεις μας και μέσα στον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Επομένως, όταν ένα άτομο φοβάται να περπατήσει μόνο τη νύχτα, δεν θα ήταν δίκαιο να εξετάσουμε μόνο το «τι συμβαίνει μέσα στο άτομο».
Χρειάζεται να εξετάσουμε και το πλαίσιο.
Τι έχει ακούσει;
Τι έχει βιώσει;
Τι έχει παρατηρήσει;
Έχει δεχτεί ποτέ παρενόχληση;
Έχει ακολουθηθεί;
Έχει ακούσει ιστορίες από κοντινά άτομα;
Έχει δει περιστατικά βίας;
Έχει μάθει ότι πρέπει να είναι συνεχώς σε επιφυλακή;
Ο φόβος μπορεί να έχει προσωπική διάσταση, αλλά μπορεί να έχει και κοινωνική προέλευση.
Όταν ένα άτομο λέει «φοβάμαι»
Η απάντηση δεν χρειάζεται να είναι:
«Μην φοβάσαι.»
Μπορεί να είναι:
«Σε ακούω. Τι είναι αυτό που φοβάσαι ότι μπορεί να συμβεί;»
Αυτή η διαφορά έχει σημασία.
Γιατί όταν ακυρώνουμε τον φόβο, μπορεί να δημιουργούμε ένα δεύτερο πρόβλημα: εκτός από το να φοβάται, το άτομο μπορεί να αρχίσει να αμφισβητεί και τον ίδιο του τον φόβο.
«Μήπως είμαι υπερβολικό;»
«Μήπως τα φαντάζομαι;»
«Μήπως αντιδρώ περισσότερο από όσο πρέπει;»
Η σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν χώρο όπου τέτοιες εμπειρίες δεν χρειάζεται να απορριφθούν ούτε να κριθούν.
Μπορούν να εξεταστούν.
Να αποκτήσουν νόημα.
Να συνδεθούν με προηγούμενες εμπειρίες.
Και να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζουν τις σχέσεις, το σώμα και την καθημερινότητα.
Η υπερεπαγρύπνηση στην καθημερινότητα
Μερικές φορές ο φόβος δεν εμφανίζεται μόνο όταν υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος.
Μπορεί να υπάρχει μια διαρκής κατάσταση ετοιμότητας.
Ποιο άτομο περπατά πίσω μου;
Ποιος βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του δρόμου;
Είναι ασφαλές να φορέσω ακουστικά;
Έχει κόσμο στη στάση;
Να πάρω το κινητό στο χέρι;
Να πάρω ταξί;
Να περιμένω μέχρι να ξημερώσει;
Αυτό μπορεί να είναι εξαντλητικό.
Το άτομο δεν μετακινείται απλώς από ένα σημείο σε ένα άλλο.
Παράλληλα αξιολογεί συνεχώς το περιβάλλον του.
Και αυτή η συνεχής επαγρύπνηση μπορεί να επηρεάσει την αίσθηση ελευθερίας.
«Γιατί πρέπει να φοβάμαι;»
Ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις.
Γιατί ένα άτομο πρέπει να υπολογίζει αν μπορεί να περπατήσει μόνο τη νύχτα;
Γιατί η διαδρομή από τη δουλειά μέχρι το σπίτι χρειάζεται τόση σκέψη;
Γιατί ένα άτομο πρέπει να ενημερώνει συνεχώς κάποιο άλλο άτομο ότι έφτασε;
Και κυρίως:
Γιατί η ελευθερία μετακίνησης δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα άτομα;
Αυτές δεν είναι μόνο προσωπικές ερωτήσεις.
Είναι κοινωνικές ερωτήσεις.
Η σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την προσωπική εμπειρία του φόβου, αλλά η κατανόηση αυτή δεν σημαίνει ότι μεταφέρουμε όλη την ευθύνη στο άτομο που φοβάται.
Δεν χρειάζεται να «θεραπεύσουμε» ένα άτομο για να μπορεί να περπατά με ασφάλεια στον δρόμο.
Χρειάζεται επίσης να αναρωτηθούμε τι δημιουργεί την ανασφάλεια.
Και τι μπορεί να προσφέρει η ομαδική ψυχοθεραπεία;
Η ομαδική ψυχοθεραπεία μπορεί να δημιουργήσει έναν χώρο όπου τέτοιες εμπειρίες μπορούν να μοιραστούν.
Ένα άτομο μπορεί να πει:
«Κάθε φορά που περπατάω μόνη τη νύχτα φοβάμαι.»
Και ένα άλλο άτομο μπορεί να απαντήσει:
«Το νιώθω κι εγώ.»
Μια τέτοια στιγμή μπορεί να είναι σημαντική.
Γιατί κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε προσωπικό μπορεί να αποκτήσει μια διαφορετική διάσταση.
Στην ομαδική ψυχοθεραπεία μπορούμε να παρατηρήσουμε πώς οι προσωπικές μας εμπειρίες συναντούν τις εμπειρίες των άλλων. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε κοινά συναισθήματα, διαφορετικές αντιδράσεις και διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους προσπαθούμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας.
Η ομάδα μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου ένα άτομο δεν χρειάζεται να εξηγήσει από την αρχή γιατί φοβάται.
Μπορεί απλώς να πει:
«Το ξέρεις αυτό το συναίσθημα;»
Και κάποιος άλλος να απαντήσει:
«Ναι.»
Δεν είναι αδυναμία
Το να φοβάται ένα άτομο όταν περπατά μόνο τη νύχτα δεν σημαίνει ότι είναι αδύναμο.
Δεν σημαίνει ότι δεν έχει αυτοπεποίθηση.
Δεν σημαίνει ότι «δεν ξέρει να προστατεύεται».
Και δεν σημαίνει ότι πρέπει να μάθει να μην φοβάται.
Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που μπορεί να μας ενημερώνει ότι κάτι έχει σημασία για εμάς.
Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανίσουμε κάθε φόβο.
Είναι να μπορούμε να τον κατανοούμε χωρίς να αφήνουμε τον φόβο να καθορίζει ολόκληρη τη ζωή μας.
Η σχεσιακή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ένα άτομο να εξερευνήσει τη σχέση του με τον φόβο, την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και τους άλλους ανθρώπους.
Η ομαδική ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει την εμπειρία ότι αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα δεν χρειάζεται να παραμένουν κρυφά ή ατομικά.
Και ίσως τελικά χρειάζεται να κάνουμε μια διάκριση.
Δεν είναι στόχος να μάθουμε τα άτομα να φοβούνται λιγότερο έναν κόσμο που μπορεί να είναι επικίνδυνος.
Είναι στόχος να δημιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο θα χρειάζεται να φοβούνται λιγότερο.
Γιατί το να περπατάς μόνο τη νύχτα θα έπρεπε να είναι απλώς μια διαδρομή.
Όχι μια διαρκής άσκηση επιβίωσης.
Πώς όμως θα μπορούσαμε να νιώσουμε ασφαλείς;
Αναστασία Στόκου, Ψυχολόγος- Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια & Ειδικευόμενη Ομαδική Ψυχοθεραπεύτρια ΙΣΟΨ, Συνιδρύτρια του Sirens of Relations, Podcast Producer at Cherry Psy Talks


